Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Κομμάτια από τη Νεκροζωή

  

 Καλησπέρα Υποτακτικοί και Μαθητές
Ενημερώθηκα πρόσφατα ότι κάποιοι καλοπροαίρετοι, που έχουν σκοπό να διαφυλάξουν τα παιδιά από τις βιαιοπραγίες και τα σεξουαλικά όργια που αναφέρω εδώ, έκαναν αναφορές στην ιστοσελίγδα του blogger, με πολλά αποτελέσματα, αλλά όχι το κλείσιμο του ιστολογίου. Για να το διαφυλάξω λοιπόν, αναγκάστηκα να βάλω την προειδοποίηση περιεχομένου, όπως κάποιοι μου πρότειναν. Αυτό είναι μια καταπληκτική ιδέα, αφού το απαγορευμένο θα προσελκύσει κόσμο, όπως τα σκατά τις μύγες.
Και άλλωστε, μπορεί κάποια στιγμή να ζητήσει πίσω το ιστολόγιο ο προηγούμενος κάτοχος και εγώ να χαθώ για πάντα από 'δω. Στο προσωποσύγγραμμα (facebook) θα μπορώ να επικοινωνώ ενίοτε με όποιον το επιθυμεί στο όνομα "Kaboso Richard".


Αλλά ας μιλήσω λίγο για τη Νεκροζωή μου....


ΚΑΠΟΤΕ πριν μερικά χρόνια φοιτούσα με τον Χωστήρα στην ίδια σχολή. Εκεί, ανάμεσα στους εργαζόμενους της κουζίνας που μας σίτιζε ήταν και μία γριά λαντζιέρα, πολύ γριά για άνθρωπος, η κυρία Κατερίνα, αλλά όλοι τη λέγαμε σκέτο "Κατερίνα" γιατί τέτοιο φαινόμενο καλοσύνης δεν είχα συναντήσει ούτε στα πιο απόμακρα βασίλεια των πιο μακρινών Κόσμων, -ανθρώπινων και μη-. Ξερακιανή και καμπουριασμένη, με στραβά πόδια από τα χρόνια, αλλά και πάλι έβλεπες μια τεράστια καλοσύνη στο πρόσωπό της, που ακόμα και για μένα ήταν αφοπλιστική.
Καμιά φορά δεν προλαβαίναμε να πάμε για μεσημεριανό (οι ώρες σίτισης είναι αυστηρές) και αν την πετυχαίναμε στην κουζίνα, αυτή, ενάντια σε κάθε κανόνα της σχολής, θα πήγαινε κρυφά να ανοίξει τα ψυγεία να μας βρει κάτι να φάμε....και άλλα πολλά...
   Το πιο αξιοθαύμαστο όμως αυτής της γυναίκας ήταν ότι θυμόταν όλους με το όνομά τους!!!
Διαβόλοι και Δαίμονες, μια γυναίκα που για τα χρόνια της θα έπρεπε να είχε Αλτζχάιμερ-Palladin level 70 με τόσο mana που θα έπρεπε να ξεχνάει και να αναπνέει και αυτή η γυναίκα ήξερε το όνομα του διευθυντή μέχρι και του τελευταίου μαθητή και την καταγωγή του και συμπεριφέρονταν σε όλους με άπειρη καλοσύνη...θες και το καλύτερο; Θυμόταν και τα ονόματα ακόμα και πρώην φοιτητών που μπορεί να ερχόταν μετά από 10 χρόνια εκεί!! Αυτή ήταν η μοναδική φορά που ένας καλός άνθρωπος κέρδισε τον σεβασμό μου. Ήταν κομμάτι κάθε παρέας και κάθε κύκλου στη σχολή και η ταπεινότητα και καλοσύνη της ήταν αυθεντική. Ήταν η μία και μοναδική φορά που δεν χρησιμοποίησα Ενόραση για να δω αν ήταν αντίπαλο πνεύμα για να το εξοντώσω και ήταν η μοναδική φορά που ευχήθηκα στον θεό της να την προσέχει. Αν κάποιος ποτέ την πείραζε θα βρισκόταν κρεμασμένος από τις μηριαίες του αρτηρίες μπουκωμένος τον εξαρθρωμένο του αγκώνα.

   Αυτό το τελευταίο βέβαια μου θύμησε ένα περιστατικό πριν από 700 πάνω-κάτω χρόνια, κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου ενάντια στους Ιππότες και βρισκόμουν στα σύνορα Πρωσσίας και Ανατολικού Βασιλείου, έχοντας κατασφάξει με τους συντρόφους μου τάγματα τοπικών αρχόντων. Φτάνοντας αιματοκυλισμένοι μπροστά στον έντρομο δούκα της επαρχίας, προχωράω μπρος του, φορώντας -κομμάτια πλέον- της μαύρης μου πανοπλίας μουρμουρώντας μια επίκληση τόσο τρομερή, που ο Δαίμονας που θα έπαιρνε την ψυχή του θα τη μετέτρεπε σε χιλιάδες κοτόπουλα που θα σφάζονταν για τις ανάγκες του Στρατού μας. 
Τα χέρια μου είχαν αρχίσει ήδη να λάμπουν και και το δέρμα μου να σπάει σε χίλια κομμάτια. Αυτός, ντυμένος στα πορφυρά, είχε σκύψει κάτω από το τραπέζι του ιερού της εκκλησίας του, ανύμπορος να δεχτεί το τέλος του. Δίπλα του η γυναίκα του και οι τρεις του κόρες, φανερά αθώες που πιάστηκαν στη δίνη της διαμάχης...δεν είχα σκοπό όμως να τις εξοντώσω και αυτό είναι γεγονός...
   Οι σύντροφοί μου είχαν μείνει πίσω αφήνοντάς με να συνεχίζω την ιεροτελεστία της εκδίωξης του πνεύματός του. Η εκκλησία άρχισε να γεμίζει από το νεκρόφως του επικείμενου Δαίμονα, όταν ο δειλός και άχρηστος αυτός άρχοντας, γεμάτος δέος μπροστά στο αναπόφευκτο μου απεύθυνε την ερώτηση:
"Είσαι ο άρχοντας του Κακού;"
Σταματάω απότομα την ψαλμωδία και εκτείνω το πνεύμα μου (τηλεκίνηση) προς τη γυναίκα του και τις κόρες του, σπάζοντάς τους το λαιμό και στραγγίζοντας τη ζωή από τη σάρκα τους.
"Μπααα", του απαντάω αδιάφορα, "οι δυνάμεις μου είναι εξίσου ισχυρές και στους καλούς".


Πριν 3 ή 4 χρόνια περίπου, βρισκόμουν πάλι στην Αμερική, στο Σιάτλ συγκεκριμένα. Γυρίζοντας από δρόμο σε δρόμο, ελπίζοντας να κυκλοφορεί κανένα γκοθάκι, απ' αυτά που πηδιούνται και μετά αρχίζουν τα ακαταλαβιστικα και μετά απαγγέλουν ποίηση και έπειτα ξεκινούν την ακαταλαβίστικη ποίηση και τέλος, για να τονίσουν τη ματαιότητα, χαρακώνονται και καμιά φορά πεθαίνουν γιατί αυτός που είναι μαζί τους θέλει να τις σκοτώσει ούτως ή άλλως.
Δυστυχώς το μόνο που συνάντησα ήταν μερικές ψευδογκόθενες κάτω των 18 και άνω των 40 που αυτή η σεξουαλικά μεταδιδόμενη παρθενία τις έχει κάνει ευάλωτες στους λαμέ βρυκόλακες


τρίτο μέρος Ιστορίας

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Μεγάλες στιγμές της Ιστορίας 2 (τρίτο μέρος)

Ένας κακός νεκρομάντης πάντα κατηγορεί το πτώμα....
έτσι κι εγώ κατηγορώ τους άθλιους δορυφόρους που δεν έχω μόνιμα σύνδεση στο διαδύκτιο, αντί να βλέπω ρεαλιστικά το γεγονός ότι βρίσκομαι στη Γη του Πυρός, χιλιάδες μίλια νοτιότερα του Ισημερινού, όπου οι δορυφόροι περνάνε κάθε σεληνιακό μήνα, λες και έρχονται να αγοράσουν το καινούριο τεύχος του "Λυκάνθρωποι και Ζιπουνάκια". 
    Ο καιρός εδώ στα βουνά είναι σχετικά καλός, με λίγα χιόνια στις κορυφές και πολύωρες μέρες, μόλις χίλια διακόσια χιλιόμετρα από την κοντινότερη ακτή του Νότιου Πόλου. Έφτιαξα ένα πρόχειρο κατάλυμα και μένω εκεί για λίγες εβδομάδες για λόγους που δεν χρειάζεται να ξέρετε. 
   Απέναντί μου ορθώνεται σαν κώνος ένα ψηλό βουνό που στέκει μοναχικά, μακριά από τα υπόλοιπα, με τη χιονισμένη του στέγη να μου υπενθυμίζει ότι υπάρχουν και γίγαντες που δεν τους νοιάζει η μοναξιά της κορυφής.

    Κάπως έτσι είδα για πρώτη φορά το βουνό Φούτζι, στο κέντρο της Ιαπωνίας. Ένα μοναχικό άτλαντα να σκέκει λευκός και θανατηφόρος πάνω στα σωθικά της Αυτοκρατορίας των μικρόσωμων Ιαπώνων.

    Έφτασα νύχτα, αλλά και πάλι ο σκοτεινός του όγκος έδινε την εντύπωση ότι κάτι κρυβόταν εκεί, κάτι για το οποίο η Κίγιο δεν με είχε προετοιμάσει κατάλληλα.
    Η Κίγιο είχε γεννηθεί σαν κανονικός άνθρωπος, κόρη μιας αγροτικής οικογένειας δίπλα σε ένα ποτάμι. Κάποτε πέρασε από τα μέρη της ένας Μοναχός του τοπικού Ιερατείου και η φωτιά ανάμεσα στα πόδια τους δεν άργησε να φουντώσει. Για αρκετό καιρό γαμιώνταν σαν κατσίκια, ό,που και να βρισκόντουσαν, αγνοώντας όλο το τελετουργικό του ιαπωνικού Κώδικα Συνεύρεσης που έχει μια βαρετά τεράστια ακολουθεία μέχρι να πηδηχτείς. Αυτό περιλαμβάνει φαγητό, τσάι, κουβέντα, χαλάρωση με μπάνιο, αλλαγή ρουχισμού και όταν το θυμόντουσαν έκαναν και λίγο σεξ.
   Όμως κάποια στιγμή, ο Μοναχός άρχισε να την βαριέται και μια μέρα, χωρίς προειδοποίηση, ανέβηκε σε μια βάρκα για να περάσει τον ποταμό και να εξαφανιστεί από τη ζωή της. Να σας πω την αλήθεια, τέτοια πράγματα είναι μέσα στο πρόγραμμα και δεν θεωρώ ότι ο σκατιάρης έκανε κάτι κακό, αλλά όταν όμως η Κίγιο ανακάλυψε τι γινόταν, πυρακτώθηκε η ψυχή της και άρχισε να τον κυνηγάει πέφτωντας στα νερά του ποταμού. Όσο κολυμπούσε, τόσο πιο πολύ αυξανόταν η Κόλαση μέσα της, μέχρι που έφτασε σε ένα σημείο που το σώμα της αυτοαναφλέγει. Ένας Θεοδαίμονας παρουσιάστηκε στην ψυχή της, ένας Τένγκου και χωρίς να της μιλήσει, έδωσε μορφή στη φωτιά της (έτσι μου το περιέγραψε) και την μετέτρεψε σε έναν τεράστιο δράκο που τώρα έρπονταν μέσα στο νερό, κολυμπώντας με μανία εναντίον του Μοναχού. Η ψυχή μέσα της δεν ένιωσε κανένα φόβο από το καινούριο της παρουσιαστικό και κοίταξε τον στόχο της με μανία μέσα από τα καινούρια ερπετικά της μάτια. Τον είδε να στέκει ασάλευτος μέσα στη βάρκα λουσμένος στο φόβο του Υπερφυσικού, ανίκανος να δεχτεί ότι οι θεοί, που με τόσο ζήλο υπηρετούσε, δεν ήταν σήμερα μαζί του να τον σώσουν. Είδε μέσα από τα καινούρια, δρακόνιά της μάτια τη συνειδειτοποίηση του θανάτου του και της μη αποδοχής του. Και τον πλησίαζε..σιγά-σιγά με αυτοκρατορική χάρη Τεράστια και Ανελέητη σαν την Κόλαση την ίδια. Ο ίσκιος της κάλυψε τη βάρκα του σαν βουνό.
   Αυτός σταμάτησε το κουπί και έπεσε στο πάτωμα της βάρκας, ικετεύοντάς την σαν θεό να του χαρίσει τη ζωή, στο όνομα κάθε αγαθού πνεύματος που ήξερε.

   Δεν του έδωσε παραπάνω χρόνο, παρά με ένα άφημα του κορμιού της συνέτριψε κάτω από χίλιους τόνους φολιδωτής σάρκας το πλεούμενο και τον προδότη εραστή, εξαφανίζοντας ακόμα και την ψυχή του από τα κατάστιχα της Ανθρώπινης Ύπαρξη. Το Είναι του δεν θα αναπαυόταν ούτε στην Limbo. 
   Έκτοτε έγινε σκλάβα και όργανο του Τένγκου που την μετέτρεπε κατά πως ήθελε αυτός, για χίλια και βάλε χρόνια, μέχρι που τους πρόφτασε ο δέκατος όγδοος αιώνας και οι καταστροφές πολλών Πυλών Ενέργειας και το έριξαν στο κλαρί για να επιβιώνουν, ψάχνοντας παράλληλα κάποιον να ξανανοίξει μια καινούρια Πύλη...έναν Δαίμονα από άλλο Χωρικό Συνεχές, Ημιγήινο για να μπορέσουν να κυριαρχήσουν πάνω στις στάχτες των Υπολοίπων που χάθηκαν. Εκεί κόλλησα εγώ.
...κοιτάζοντάς το βέβαια έπειτα από τόσα χρόνια, νομίζω ότι κάποια γητεία παίχτηκε, γιατί δεν μπορεί να πιάστηκα τόσο μαλάκας και να έκανα τη μισή χώρα οδικώς, μόνο και μόνο για να ανοίξω μια Πύλη που θα οφελούσε κάποιον άλλον πέρα από μένα.
 Ή ο Τένγκου-νταβατζής έδενε την Βούλησή μου με κανένα δρακοξόρκι όσο γαμούσα ή η άλλη έβαλε κάτι στο μουνί της και με έδεσε σα μπακαλιάρο στη λαδόκολλα. Όπως και να 'χει εγώ βρέθηκα να τρέχω κυριολεκτικά την Ιαπωνία και ΟΧΙ ΜΟΝΟ δε γαμούσα, αλλά δε σταματούσα ούτε για κατούρημα.

   Οπότε φτάνοντας απέναντί του, βράδυ πια (λύνοντας ένα μέρος της γητείας), έλυσα το ζωνάρι μου και έριξα ένα ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟΤΑΤΟ πανοραμικό κατούρημα στην λίμνη μπροστά μου και το τρίγωνο Σελήνης-Φούτζι-Δαιμονόκαυλο κατέστρεψε κάθε μορφής έμβια ζωή στη λίμνη σε τέτοια έκταση που κατέστρεψα και τη μισή πανίδα του γύρω δάσους. Κατουρούσα γύρω στή μισή ώρα ακίνητος, μοιάζοντας με αγαλμα στη Φοντάνα ντι Τρέβι, αλλά στο πιο επικό και πιο καλλιτεχνικό.
 Ήμουν ένα θαύμα της Παραφύσης!!!

Μικρές δονήσεις (σεισμοί) δονούσαν το έδαφος μέσα στη νύχτα και δεν ακουγόταν καμία φωνή ζώου μέσα στο σκοτάδι.
   Άφησα το πνεύμα μου να αιωρηθεί έξω από το σώμα μου και ανακάλυψα ότι το μέρος ήταν τελείως έρημο. Φωλιές εγκατελειμένες, ίχνη ζώων που ο χρόνος τα έκανε να φύγουν και αυτοί οι μόνιμοι μικροσεισμοί που θύμιζαν μια Γη, πολύ πριν την άφιξη των θηλαστικών. Σύντομα ένιωσα ότι....σκατά, πρέπει να γυρίσω στο σώμα μου....κάτι είναι τελείως εναντίον μου και...

.....

...

(πολυομόρφατώραπουτηνπουτσίσαμε)

...επιστρέφοντας στο κορμί μου, βρέθηκα περιτριγυρισμένος από κάτι τεράστιους μαλάκες, κάθε λογής (Αγαθούς-Μοχθηρούς) και κάθε μορφής (από Ανθρωπόμορφους έως Δρακόμορφους. Κάπου είδα και ένα Σκατζοχοιρόμορφο), αλλά όλοι ανεξερέτως είχαν σχιστά γιαπωνέζικα μάτια και λέω από μέσα μου "δεν μπορεί, κάποια μαλακία μου σκαρώνουν. Δεν γίνεται όλα στη χώρα αυτή να είναι σχιστομάτικα", αλλά σύντομα ανακάλυψα ότι δεν ήταν άνθρωποι, αλλά διάφορες ανοτότητες. Άλλοι θεοδαίμονες (Τένγκου), άλλοι Πνεύματα-Προστάτες/Διώκτες, άλλοι Αμανογιάκου (Δαίμονες κρυφών επιθυμιών), τους περισσότερους από τους οποίους δεν είχα φυσικά συναντήσει ποτέ πριν στην καριέρα μου (οι Δαίμονες κάθε Χωρικής Κοινότητας δεν έχουν λόγο να βρίσκονται με Ομόλογα Όντα από άλλες Χωρικές Κοινότητες. Βρισκόμαστε όλοι μαζί και κάτω από πέπλα ανωνυμίας όταν μας καλεί ο Πεπτωκότας).
   Αργότερα θα μάθαινα ποιος ήταν ποιος, διαβάζοντας το Τρίτο Βιβλίο του Τόριγιάμα Σέκιεν "Κονιάκου Χίάκκι Σούι" (Παράρτημα των Εκατό Δαιμόνων του Παρόντος και του Παρελθόντος), που προσωπικά το βρήκα πολύ ελαφρύ για τα γούστα μου.

   Μπροστά μου σκέκονταν οι γίγαντες.
Έπλεξα τα χέρια μου στο στήθος μου και τους κοίταξα σε στάση "ωραία, και τώρα που βρεθήκαμε εδώ τι θέλετε να κάνουμε; Παρτούζα;". Οι σεισμοί άρχισαν τώρα να γίνονται αισθητά πιο δυνατοί και ψίθυροι απλώθηκαν ανάμεσα στις τάξεις των γιγάντων. Όλοι όμως μείναμε ακλόνητοι.

"Πρωτοδαίμονα" μου είπε ένας δρακόμορφος που φαινόταν να είναι και ο επικεφαλής τους, "μέσα στην καρδιά του βουνού βρίσκεται ένας από τους φίλους σου και έχει δέσει με ισχυρά δεσμά τα ποτάμια της Φωτιάς που κλείνουν την Πύλη μας και την Ενέργειά μας. Δεν έχω χρόνο πολύ να σου μιλήσω για τη σημασία που έχει αυτό για μας, νομίζω ότι καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αν ο Κατώτατος Άρχοντας επιθυμεί τη συμμαχία μας για την κυριαρχία ετούτου του τόπου, θα πρέπει να τον μαζέψετε και να αφήσετε να ξεχειλίσει η οργή της Φωτιάς για να ξαναζήσουμε. Ο φίλος σου έχει κλείσει με ισχυρά δεσμά όλη την Ιαπωνία και δεν μπορούμε να βγούμε να ζητήσουμε βοήθεια. Κάθε επίκληση που του κάναμε (γιατί οι σφραγίδες που έβαλε στο βουνό το κάνει αδύνατο να το πλησιάσουμε και να πολεμίσουμε), απαντιώνταν μόνο με σεισμούς. Περιμέναμε κάποιον σαν κι εσένα να έρθει να μας βοηθήσει"
 
   Η φωνή του αν και αναμφισβήτητα εφάμιλλη του παρουσιαστικού του δρακόμορφου Τένγκου, έκρυβε μέσα φόβο και τα λόγια του θα τα άκουγες μόνο σε ταινία που χωρικοί ζητούν από τον ήρωα να σώσει το χωριό τους. Κι εγώ κάθε άλλο παρά ο "καλός ήρωας" ήμουν.

"Ωραία", τους είπα μέσα στο φεγγαρόφως, κρατώντας τώρα τα χέρια μου πλεγμένα πίσω από την πλάτη μου σαν στρατηγός, "αν το καταφέρω τι θα μου δώσετε;"
"Βλάσφημε κοπρίτη, τολμάς να βάζεις το συμφέρον σου πάνω από το Μεγάλο Σχέδιο; Αν ο Πρώτος Έκπτωτος μάθει για την προδοσία σου....."
"Αρχικά" του απάντησα κολλώντας τη μούρη μου πάνω στο φολιδωτό μουτσούδι του, ανοίγοντας σφιχτά τα χείλη μου να φανεί ο δεξής μου κυνόδοντας "ο Μεγάλος δεν μπορεί να μάθει τίποτα μια και είστε αποκλεισμένοι ακόμα και από το ίδιο το μουνί της Μάνας-Κόλασης που μας ξέρναγε όλους. Και κατά δεύτερον" του γάβγισα "σας ζητάω ένα αντίτιμο για τη δική σας προδοσία που με φέρατε εδώ χωρίς τη θέλησή μου. Για να σας ξελασπώσω λοιπόν θέλω ένα αντίτιμο και εγώ με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα σας δώσω πίσω το σπίτι σας."

   "Χίλια χρυσά τρόπαια και τα Δίδυμα Κατάνα με τις σφραγίδες των Δέκα Πρωτόσφαχτων Αγγέλων. Θα ικανοποιούσαν αυτά τη ματαιοδοξία σου;"

   Τον κοίταξα με ερωτηματικό ύφος. Δεν είχα ξανακούσει για τέτοια κειμήλια ποτέ πριν και οι ιστορίες για τους πρώτους δέκα Άγγελους που έπεσαν στις πρώτες μάχες είχαν πλέον ξεχαστεί. Έπρεπε να ζητήσω κάτι ακόμα για να εξασφαλίσω ότι δεν θα έπαιρνα απλά μερικά σουβενίρ και αυτό το "κάτι" θα έπρεπε να είναι κάτι πραγματικά υπερπολύτιμο"

  "Θέλω αυτά και κάτι ακόμα"
Τα λέπια στο κορμί του Τένγκου σείστηκαν από οργή.
"Σκουλικιασμένε μαύρε, δεν σου φτάνουν τα λάφυρα των μαχών μας στο πλευρό του Πρώτου; Έχεις την αυθάδεια να απαιτείς κι άλλα;". Η φωνή του τάραξε τα δέντρα πίσω μου που χόρευαν σε κάθε του συλλαβή και τα μαύρα, μακριά μαλλιά μου κυμάτισαν στην δυνατή πνοή του σαν διαφήμιση της Λορεάλ.

Απτόητος του απαντώ: "Θέλω αυτά και θέλω και την Κίγιο για 10 βράδια σε μέρος που θα επιλέξω εγώ"

Τα σχιστά του μάτια έκλεισαν περισσότερο και σφίχτηκαν, και οι κόρες τους κέντραραν πάνω στο πρόσωπό μου. Για μια στιγμή νόμιζα ότι θα με καταβρόχθιζε σαν σούσι τη σαρακοστή τους, αλλά αυτός ξέσπασε σε ακατάσχετα γέλια.

   "Χαχαχαχαχαχα μικρέ και ανόητε Πρωτοδαίμονα (χαχαχαχαχαχα) στην μακριά ζωή μας έχουμε ακούσει (χαχαχαχαχα τώρα όλοι οι γίγαντες γελούσαν μαζί)....άπειρες μαλακίες (χαχαχαχαχαχα χτυπιόντουσαν κάτω απ' τα γέλια και έκανε και σεισμό παράλληλα), αλλά αυτή η μαλακία τις ξεπέρασε όλες (χαχαχαχαχα, στεκόμουν τόσο μικρός μπροστά τους που τα τεράστια καβλιά τους με πέρασαν για παιδί τους). Εντάξει (χαλάρωσε λίγο το γέλιο του), θα έχεις και την Κίγιο ("σιγά το πουτανάκι" πρόδιδε η φωνή του) για 10 μέρες. Τώρα, τρέχα (απότομα αυτό το τελευταίο)".

   Άρχισα να τρέχω χαρωπός προς το βουνό και το Δαιμονόκαβλο μου χαμογέλασε από ευγνωμοσύνη μέσα στο Φεγγαρόφως για τη διαπραγμάτευση που έκανα για χάρη του.

   Περνούσα με χάρη μπαλαρίνας τις σφραγίδες, χόρευα πάνω από τις παγίδες, έσκυψα ματριξιακά για να αποφύγω βέλη πάγου και έφτασα σαν ελαφάκι στη βουνοκορφή που σείονταν από τη συσσωρευμένη πίεση της λάβας.

"Εδώ είμαστε!!!" μονολόγησα χαμογελώντας σαν δαιμονούδι.
Για πότε έβγαλα τον Δαιμονοσφάχτη, το αγαπημένο μου καβαλιστικό μαχαίρι και για πότε ετοίμασα το πνεύμα μου να βγει από το σώμα μου, ούτε που το κατάλαβα.
   Στάθηκα μια στιγμή έξω από το κορμί μου και το κοίταξα. "Φτου σου αντρούτσο μου, είσαι ο πιο όμορφος καριόλης που είδε ποτέ η Κόλαση."

Σηκώνω το μαχαίρι πάνω απ' το κεφάλι μου και το τείνω προς τα ουράνια. Αμέσως γυρίζω ολόκληρος δείχνοντας το κέντρο του βουνού και κραύγασα:

"ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΟΥΤΣΟ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥυυυυυυυυ"


      

Η πτώση μου κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, όσο να φτάσω μέχρι το κορμί του "φίλου" μου που κρατούσε με νύχια και δόντια τη λάβα απ' την επιφάνεια.
Δεν έκανα καμία κουβέντα. Δεν τον ρώτησα τίποτα. Το μαχαίρι μου έσχισε τη μιαρή του Ύπαρξη ακριβώς ανάμεσα στα πρώτα δύο του χέρια και συνέχισε ως το κεφάλι.
Βίαιη δύναμη της Γης ξεχύθηκε άμεσα ωθώντας το πτώμα του και το πνεύμα μου μέσα από τα πετρώματα.
Καψαλίστηκαν λίγο δυο-τρία τσάκρα μου, αλλά αυτό ήταν τίποτα μπροστά στο τι έπαθα όταν το πνεύμα μου μπήκε στο σώμα μου σπρωγμένο απ' την ορμή εκατομυρίων τόνων καυτής πέτρας και αερίων.
Έμοιαζε σαν να είχες πεντακόσια αρχίδια και χίλιες μήτρες και κάποιος σου έκατσε κλωτσιά στ' αρχίδια, δίνοντάς σου παράλληλαή έμμηνο ρύση σε κάθε μήτρα.
Μιλάμε για πόνο, όχι μαλακίες.
Το χιλιοκαμμένο κορμί μου εκτοξεύτηκε χιλιάδες μέτρα ψηλά και μακριά και προσγειώθηκε με δύναμη μεγατόνων πάνω στο μικροσκοπικό κωλαράκι της Κίγιο κάπου προφυλαγμένα και μακριά από σχιστομάτηδες δρακόμορφους.

Και έτσι εξερράγει το ηφαίστιο Φούτζι  

    

    

 Μεγάλες στιγμές τη Ιστορίας......