Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ


   Η νυχτα επεφτε ζεστη και υγρη εκεινο το καλοκαιρινο βραδυ και ο αναβολικος μας φιλος περπατουσε στα στενα της μεγαλουπολης βιαστικα, ιδρωμενος αλλα χαρουμενος γεματος ανυπομονησια να γυρισει στο σπιτι.

Παει καιρος που ειχαν πεθανει οι γονεις του και η μονη οικογενεια που του ειχε μεινει ηταν αυτη η μπεμπα που ειχε σωσει ενα μεσημερι, σαν σημερα πριν 18 χρονια. 
Σημερα ηταν τα γενεθλια της λοιπον.

Δεν θα ξεχασει τη μερα που ανακοινωσε στους δικους του οτι ή θα επαιρναν το μωρο για υιοθεσια ή θα κατεδαφιζε την πολυκατοικια να πα να μενουν σε τσαντηρι, κι ετσι η μικρη εγινε οικογενεια.
Ειχε "μαμακο" (ετσι φωναζε τη μαμα)
Ειχε "παπακο" (ετσι φωναζε το μπαμπα)
Και ειχε και "παπακο2" (ετσι φωναζε τον Ξυλοκοπο οταν της ειπαν την ιστορια της)

Ο παπακ...οοοο Ξυλοκοπος ποτε δεν αντιμετωπισε τη Μικρη σαν αδερφη του. Το ισχυρο του ενστικτο τον καθοδηγουσε να την βλεπει και να την αγαπα σαν κορη και οταν -λιγα χρονια αργοτερα- εμαθε πως δημιουργουνται τα παιδια...ξερετε τωρα, αυτα με τα σεξ και τα πισωκολλητα και την εναλλακτικη χρηση του τσουτσουνιου και του πουλιου, επεσε σε βαθυ υπαρξιακο σοκ και αρνιοταν να κατουρησει για 3 μερες. Αδικα η καημενη του η κυστη τον απειλουσε σαν ταλιμπαν πως, αμα δεν της ανοιξει, θα ανατιναχτει εδω και τωρα, ξεφωνιζοντας "Αλλαχ Ουρα-κμπαρ". Τελικα με τα πολλα της ανοιξε και εκεινο το μηνα ειχαμε κατι υπερχειλησεις υπονομων, αλλα τιποτα ανησυχητικο.

Το μισησε το σεξ.
Αρνιοταν να δεχτει οτι καποιοι κατεβαλλαν τοσο χρονο και κοπο για να περασουν καλα και μετα παρατουσαν παιδια να πεθανουν.
Ομως ηταν ενα εντυπωσιακο παλικαρι που μαγνητιζε τα βλεμματα και υπο αλλες συνθηκες θα ηταν ενα περιζητητος πλεημποης, σαν αυτους που βλεπουμε στις ταινιες: ψηλος, στιβαρος, με τιτανιους μυες και καθηλωτικη γενειαδα.
Δεν ηταν λιγες οι φορες, γυρνωντας στο σπιτι, που ενιωθε ενα βαρος στα ποδια και ηταν καργιες γατζωμενες σαν χταποδια στα μπατζακια του να τον παρακαλανε για λιγο σεξακι και τοτε αυτος να παιρνει το φτυαρι να τις βαρα στα πλοκαμια να ξεβεντουζαρουνε.
Δεν ηταν λιγες οι φορες μετα το γυμναστηριο που καποιο φιλαρακι θα πεταγοταν "ρε φιλε τι θα γινει; ποτε θα βρεις κι εσυ εναν ανθρωπο να κανεις σχεση" και μετα αυτο το φιλαρακι βρισκοταν στα Επειγοντα με ριξη σπληνα και πολλαπλα καταγματα να κανει το φαραω απο τους γυψους πανω στο ραντσο.

Ειχε την κορη του και δεν χρειαζοταν κανενα αλλο στη ζωη του.


.........................................

Το μεγαλωμα της Μικρης δεν ηταν ευκολο.
Αυτο ηταν σιγουρο.
Καμια φορα ερχοταν στο σπιτι μετα το σχολειο και του ελεγε "παπακο σημερα ο Γιωργακης στο διαλειμμα μου ειπε οτι με αγαπαει" και την επομενη μερα βρισκανε το Γιωργακη αναποδα κρεμασμενο στο δεντρο, δεμενο σαν αρνι με μια ταμπελιτσα να λεει "θαιλο μαιταγραφει".
"Παπακο ο Νικος απο το Γ'3 μου ειπε να παμε για καφε στις 3" και ο Νικολακης δεν ερχοταν ποτε στο ραντεβου γιατι ηταν στο δημοτικο παρκο να μετραει ενα-ενα τα φυλλα του γκαζον αλλιως θα τον εβρισκε μεγαλο κακο.
   Η Μικρη φυσικα και τον ειχε παρει χαμπαρι τι κανει και δεν του ελεγε τα πραγματικα γκομενικα της, αλλα εδινε στεγνα τους νταηδες και τα λοιπα μουνοπανα του σχολειου.
   Τετοια ηταν η στρατηγικη του Ξυλοκοπου. Δεν της πιπιλουσε το μυαλο με τα Πιστευω του, αλλα προσπαθουσε να την προστατεψει εμπραχτα.
Παραλληλα φροντιζε να περναει χρονο μαζι της συζητωντας και φυσικα προσπαθουσε να της εμφυσισει την αγαπη για τα διακοσακιλα σε εικοσαρα μπαρα σκουατ και τη σημασια του Τετρακεφαλου στο συγχρονο Γιγνεσθαι.

-τον βλεπεις αυτον εκει;
-ναι παπακο
-πως σου φαινεται;
-μπαφαρισμενος κορμος κι απο κατω τα ποδια του ειναι ξυλακια. Σαν κοτοπουλο ειναι.
-μπραβο το κοριτσι μου.

Μαζι της ειχε ωριμασει και αυτος πιο γρηγορα απο οσο ισως επρεπε. Δεν ειναι αλλωστε πολλα τα παιδια που απο 15 χρονων αναλαμβανουν αυτοβουλα χρεη γονιου. Εβλεπε, πειραματιζοταν, μαθαινε. Την επαιρνε μαζι του στις φωτογραφικες του εξορμησεις και της εδειχνε τον κοσμο.

-παπακο μια παρατημενη τραβερσα διπλα σε μια κουραδα σκυλου
-ερχομεεεεε!!

Μεγαλωναν μαζι σε ενα ομορφο σπιτι που δεν του ελειπε η αγαπη, η ζεστασια και τα κατακορυφα πουσαπς με εικοσακιλα βαρακια στα ποδια και δεμενα ματια...με το ενα χερι. 
Και τωρα βαδιζε τα σκαλοπατια που οδηγουσαν στην πορτα του, αυτο το υγρο καλοκαιρινο βραδυ.

................................

"Γκλινγκλον" (το κουδουνι)

"Παπακο ηρθες;;;;"
Μπροστα του στεκοταν η Μικρη με ενα καταπρασινο ολοσωμο φορεμα και τα μαλλια πιασμενα πλεξουδα να πεφτει στον αριστερο της ωμο. Τα ματια της ελαμπαν και μια τελευταια ηλιαχτιδα που αλητευε εκει κοντα την ειδε και λιποθυμησε με σπασμους πανω στο καπο ενος αυτοκινητου (ηχοι σπασιματος, στριγγλιγματα συναγερμων, ενα ασθενοφορο...).
Την αγκαλιασε απαλα και κρατωντας την απο τη μεση την απομακρυνε λιγο να την καμαρωσει.

"Σου εφερα κατι για τα γενεθλια σου" της ειπε και η γενειαδα του ανοιξε σαν κουρτινα και της προσεφερε ενα μεγαλο, κοκκινο κουτι, στολισμενο με ενα τεραστιο, χρυσαφενιο φιογκο.
Τον αγκαλιασε σφιχτα και του καρφωσε ενα ρουφηχτο φιλι στο μαγουλο. Επειτα πηρε το δωρο της και με τα νυχια της εκανε φετες το περιτυλιγμα.

Τι θα μπορουσε να ειναι;........

Η μικρη ηταν σιγουρη.

Ηξερε πολυ καλα με τι πονο της εδινε αυτο το δωρο. Ηξερε πως παρολο το γλυκο του χαμογελο, η καρδια του Ξυλοκοπου σπαραζε και χιλιαδες φορες, μεχρι εκεινη τη μερα πολεμουσε τον εαυτο του. Ηξερε, απο την πρωτη στιγμη που θα το χρησιμοποιουσε, οτι ο Ξυλοκοπος θα το μετανιωνε που το εδωσε.

Τον περιμενε μια πολυ δυσκολη περιοδος, αλλα δεν μπορουσε να της χαλασει το χατηρι.

Οχι αυτο.

To be continied
                        

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ



  Αφου εφαγε ολο του το σαντουιτσακι, ο μικρος μας στεροειδης ηρωας σηκωθηκε, τιναξε τη σκονη απο τους γλουτιαιους, εβαλε τη τσαντα στους ωμους του και πηρε το μακρυ δρομο της επιστροφης.
   Του αρεσε να περπαταει και να παρατηρει τον κοσμο γυρω του. Οχι απαραιτητα τους ανθρωπους. Περισσοτερο του αρεσε η τυχαιοτητα με την οποια διαφορα αντικειμενα βρισκοταν το ενα διπλα στο αλλο. Οι ιστοριες που μπορει να οδηγησαν στο να βρεθει π.χ. μια μπανανοφλουδα μεσα σε ενα κουβα μισοξεραμενης μπογιας...ή ενα σπιρτοκουτο διπλα σε μια μισοτελειωμενη μολοτωφ, ή ενα μωρο μεσα σε ενα καδ.....


ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛ....;;;;;;;


(τα πνευματα του Συμπαντος ξεφυσηξαν με ανακουφιση. Ο μικρος δεν ηταν τελικα ενα αποτυχημενο πειραμα με μπρατσα. Η παρατηρητικοτητα του και οι τρικεφαλοι των ματιων του ισως εσωζαν τελικα το εγχειρημα τους. Το Χαος και Τα Μνημονια Μεχρι Να Σβησει ο Ηλιος αγκαλιαστηκαν και φιληθηκαν με γλωσσα.)


   Ο ηρωας μας εμεινε αποσβολωμενος να κρεμεται απο την ακρη του καδου και να κοιτα το μικρο πλασματακι να κλαιει αναμεσα σε μισανοιχτες σακουλες βρωμερων σκουπιδιων, ενω μικρες, σιχαμερες μυγες ειχαν αρχισει να περπατανε πανω του σταματωντας που και που, στην προσπαθεια τους να χωσουν τις μικροσκοπικες και αηδιαστικες τους προβοσκιδες μεσα στην ευθραυστη σαρκα του νεογνου.

Σηκωσε το βλεμμα του να κοιταξει.
Κατω απο τον απονο μεσημερατικο ηλιο του καλοκαιριου κανεις δεν βρισκοταν γυρω να του φωναξει, να τον ρωτησει τι να κανουν.
Αδειος ο δρομος και αυτος με το νεογνο να κλαιει σιγανα και να κουναει ατσαλα τα ακρα του.

Δεν ηξερε τι, που, πως, γιατι.

Απολυτως τιποτα.
Οι γονεις του τον ειχαν μοναχοπαιδι και ποτε πριν δεν ειχε βρεθει με ενα μωρο τοσο κοντα.
Το παιδικο του μυαλο ηταν αδυναμο ακομα να επεξεργαστει και να αντιμετωπισει την κατασταση.

Αργα...

...λες και το αδυναμο κλαμα του παιδιου τον ειχε υπνωτισει, βαζει τα χερια του μεσα, το πιανει απαλα και το σηκωνει στο στηθος του.
Ακομα και μετα απο τοσα εκατομυρια χρονια εξελιξης, το Ενστικτο της Προστασιας του πιο αδυναμου δεν ειχε χαθει εντελως απο το ανθρωπινο γονιδιωμα.

Το αγκαλιασε και εβαλε το κεφαλακι του μωρου να ξεκουραστει πανω στους δελτοειδεις μυες του ωμου του που ηταν σφιχτοι σαν μπαστουνι ζαμπον, αλλα απαλοι σαν σμουθιζ μπανανας. Κατω απ' την ανυποφορη μποχα των σκουπιδιων, ο ηρωας μας μπορουσε να διακρινει μια καινουρια, ευχαριστη μυρωδια που μαλλον προερχονταν απο την επιδερμιδα του μωρου. Γλυκια, μεθυστικη και μωρουδιακη!!! Και λιγο διπλα απο αυτη τη μυρωδια ηταν μια αλλη μυρωδια σαν...σκατα αλλα στο πιο user friendly...που προερχονταν παλι απο το μωρο!!!

Διαολε... σκεφτηκε απο μεσα του.
Δεν θα μπορουσε ποτε να φανταστει οτι θα μυριζε ποτε φρεσκο σκατο ενος αλλου ανθρωπου χωρις να ξερασει βαρβιτουρικα και μιλκσεηκ τεστοστερονης...

...το μωρακι εκανε, ευτυχισμενο και ηρεμο πια, ενα μικρουλη εμετουλη πανω στους ωμους του, λιγο πριν αποκοιμηθει.


Με αργο βαδισμα κατευθυνθηκε πισω στον παιδοτοπο. 

Ισως σε καποιο απ' τα γηπεδα να ηταν καποιος πιτσιρικας να τον βοηθησει και να βρουνε μαζι μια λυση.

ομως ματαια...

Φτανοντας εκει βρηκε τον τοπο αδειο.
Η δυνατη ζεστη αρχισε να ψηνει το κεφαλακι του μωρου που το ενοιωθε τωρα να αναπνεει ανησυχητικα αργα.
Γρηγορα τρεχει σε μια βρυση με στερνα και την ανοιγει. Λυτρωτικο, χλιαρο νερο αρχισε να τρεχει και ηρωας μας ακουμπα απαλα το μωρακι διπλα στη γουρνα. Του σκιζει ατσαλα το μπεϊμπιλινο και...
ΜΑ ΤΙΣ ΧΙΛΙΕΣ ΚΩΛΟΤΡΥΠΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ ΤΙ ΣΚΑΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;;;;; ΤΙ ΔΥΣΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΣ ΟΧΕΤΟΣ;;;; ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΕΤΡΩΓΕ ΤΟ ΜΩΡΟ; ΒΕΡΝΙΛΑΚ ΚΑΙ ΒΑΛΒΟΛΙΝΗ;;;

Αργα και προσεκτικα και με μεγαλη δυναμη ψυχης να μην ξερασει, αρχισε να καθαριζει την ευαισθητη περιοχη και την κωλοχαραδρα του βρεφους. Σιγουρα, οταν θα μεγαλωσει θα κανει πολλες χεστρες να αυτοκτονησουν τελετουργικα, σκεφτηκε χαμογελωντας, και ενα μικρο, αμασητο κομματι μπιφτεκι που ειχε φαει για πρωινο, προσπαθησε πουστικα να δραπετευσει απο το στομαχι του καβαλα στα γαστρικα υγρα, ουρλιαζοντα σαν αλλος Γουιλλιαμ Γουαλλας το προσωπικο του "freeedoooom".

Ενας μικρος κλαυσιγελος, αναμεικτος με απελπισια και ανακατωσουρα, σχηματιστηκε στα νεανικα του χειλη. Ηδη οι κοιλιακοι του τον απειλουσαν με μαζικες κινητοποιησεις και ταραχες.


...ωχχχχ....αυτο δεν εχει πουλακι...ειναι...κοριτσι;;;


Γαμωτι...δεν φτανει που δεν ειχε ιδεα απο μωρα, ηταν αναγκη να....;;;


Σκασε και καθαριζε.


Η μπεμπα καθοταν ηρεμη σαν υπνωτισμενη και τον κοιτουσε οση ωρα αυτος την περιποιουνταν. Τα τεραστια ματια της τον περιεργαζονταν με μια αρχεγονη και ανεξηγητη ευγνωμοσυνη.

Την επλυνε καλα και σχολαστικα σε ολο της το κορμακι να την απαλλαξει απο τη δυσωδια του σκουπιδοτενεκε.
Μετα ξεπλυνε και στραγγισε καλα μια απο τις πετσετες που ειχε στο σακιδιο και τυλιξε με αυτη το μωρο. Το δροσερο υφασμα εκανε το βρεφος να νιωσει καλυτερα κι αυτο βγηκε προς τα εξω με μια μικρη, γλυκια κλανιτσα με εσσανς καβουρδισμενου μπετοστοκου.
Αφου ξεπλυνε καλα τα χερια του, αρχισε να βρεχει τα δαχτυλα του και να της δινει νερο να ξεδιψασει.
Η μικρη επινε το νερο αχορταγα απο τα δαχτυλα του χωρις να σταματα να τον κοιτα.
Η γαργαλιστικη αισθηση του στοματος της πανω στα δαχτυλα του και μια πρωτογνωρη περηφανεια που τον γεμισε για τη μικρη ζωουλα που εσωσε, εδωσε στο μυαλο του μια ισχυρη εξελικτικη κλωτσια στα αχαμνα. Ηταν αυτο που ελειπε.
Νευρωνες και αλλα εγκεφαλικα κυτταρα που μεχρι τοτε χαλαρωναν πινοντας φρεντο εσπρεσσο (μετριο, μαυρη ζαχαρη), εφαγαν μια ισχυρη δοση ανθρωπιστικου ηλεκτρισμου...και να μην τα πολυλογουμε, μεσα σε δεκα λεπτα καθε εγκεφαλικο του κυτταρο επαιρνε κατακορυφες καμψεις με το ενα χερι.

Το μωρο επρεπε να σωθει πασει θυσια και αυτο σημαινε σε πρωτη φαση οτι επρεπε να το παει στο κοντινοτερο νοσοκομειο να του παρασχουν τις πρωτες βοηθειες.

Οι κλανιες ηταν ανυποφορα ανησυχητικες.

Φοραει γρηγορα την τσαντα του, παιρνει αγκαλια το μωρο και κιναει για το νοσοκομειο.


.......................


Η ταμπελα εγραφε "επειγοντα περιστατικα".

  Ορμαει στο κτηριο.
Μεσα στην αιθουσα αναμονης κοσμος πολυς να βογγα, να κλανει και να κουναει βενταλια τις ακτινογραφιες, να δροσιστει. Η ζεστη ανυποφορη.
Τεσσερα εγκεφαλικα του κυτταρα εκαναν διακοσα κιλα σκουατ. Αμεσως καλυψε το στοματακι του μωρου με την πετσετα μην κολλησει κανενα μικροβιο και με το βλεμμα του αρχισε να ψαχνει εναν γιατρο, ή εστω μια νοσοκομα.
Αμεσως εντοπισε πισω απο μια μισοκλειστη πορτα μια λευκη ρομπα και αρχισε να κατευθυνεται προς τα εκει αποφασιστικα.
Μερικοι που στεκοταν εδω κι εκει, χαζευαν, καθως ενα δεκαπενταχρονο με μυικη μαζα ρινοκερου, περπατουσε γρηγορα, αγωνιωντας και ιδρωκοπωντας, με ενα μωρακι στα χερια.

Ανοιγει διαπλατα την πορτα.

-Γρηγορα σας παρακαλω.
Βρηκα αυτο το μωρακι στα σκουπιδια. Βοηθειστε. Δεν ξερω τι να κανω.

Η ασπρη ρομπα περιειχε εναν μεσοκοπο αντρα γυρω στα 40 με παιχνιδιαρικο βλεμμα, ο οποιος εκεινη την ωρα ειχε βαλει ενα προπο πανω απο ενα πακο εξετασεις και σημειωνε ματσακια με το στυλο του.

-εεε...ναι, δεν μπορεις να φερεις εδω το μωρο, πρεπει να το πας στην νεογνολογικη κλινικη. Θα βγεις απο αυτο το κτηριο και θα παρεις το δρομο δεξια να βγεις στο τριτο μπλοκ, εκει που γραφει "Εξωτερικα Ιατρ....."

Μεσα σε χιλιοστα του δευτερολεπτου ο γιατρος βρισκοταν στο πατωμα δεμενος κοτσιδα, σαν τα φιδια του Ιπποκρατη πανω στο σκηπτρο να προσπαθει να ουρλιαξει μισοπνιγμενος, καθως ο δεξης δικεφαλος του μικρου μας ηρωα του ειχε βουλωσει το στομα και εκανε ασεμνες χειρονομιες στα πνευμονια του.

-ακου γαμιολη, παρατησανε αυτο το πλασματακι στα σκουπιδια και ποιος ξερει απο ποτε εχει να φαει και τι φαρμακα χρειαζεται. Ξεκινα ΤΩΡΑ εξετασεις και ορους αλλιως σου κανω ορθοσκοπιση με τις φυαλες οξυγονου.

Οι μυες του σαγονιου του δουλευαν με λυσσα φτυνοντας μια-μια τις λεξεις.

Ο γιατρος, εκπληκτος, πονωντας και σε απογνωση, εγνεψε ανυμπορος, και τοτε ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ τον αφησε.

Σε δυο λεπτα η μπεμπα βρισκοταν περιτριγυρισμενη απο γιατρους και νοσοκομες να τις βαζουν θερμομετρα, να της ακροαζονται το κορμακι και να της περνανε βελονες με υγρα.

Η μικρη δεν εβγαζε αχνα. 
Κρατουσε δυνατα το δαχτυλο του κοντα στη μυτουλα της και το μυριζε.


To be continued                         


                         

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ



   Οι δυο τους απειχαν ο ενας απο τον αλλον μολις ενα χιλιοστο.
Κανενας νομος του Συμπαντος δεν ειχε προβλεψει τι θα γινοταν αν καποτε αυτα τα Στοιχεια της Φυσης ερχοταν σε επαφη.
Η Κοσμικη Σφαιρα πιαστηκε στα πρασα με τη διαγαλαξιακη γιδα στον ωμο. Κανεις δεν ειχε ιδεα και κατι επρεπε να γινει ΑΜΕΣΑ!!!
Αρχεγονα πλασματα του Χαους, του Ολεθρου, της Εντροπιας και των Μνημονιων Μεχρι Να Σβησει ο Ηλιος επεσαν μανιωδως στο Τραπεζι των Συσκεψεων να βρουνε λυσεις. Σταματησαν μαλιστα το Χρονο γιατι καθε μικροεκατομυριοστο του δευτερολεπτου που περνουσε ηταν κρισιμο.

Ειπωθηκαν εκατονταδες χιλιαδες λυσεις.


Χχρρρρρρρτττ...⏪⏪rewind
Γυριζουμε πισω την κασσετα

...⏪⏪ενα μισολιωμενο προφυλακτικο⏪⏪...ααααα⏪⏪....χρμμμγρκχχ...⏪λαλαλαλαλα Υπαρκτος Σοσιαλισμος λαλαλαλ⏪⏪(λιιιγο ακομα)....το πιο καλο σαπουνι γινεται απο κουμμουνι⏪⏪....χρρρρρρρττττττττ λιιιγο ακομα πισω την κασετα....

(εεεεδω ειμαστε)▶

Την ωρα που ο καλλιτεχνης μας ριχνει γονατια σε μια απροστατευτη ηλιακτιδα που με τη σειρα της θα επεφτε λιποθυμη στο μισολιωμενο προφυλακτικο για να φ...
...ξαφνου ενας τριγμος και ανοιγει η πορτα του φτωχικου σπιτιου και ξεπροβαλλει μια κατακοκκινη ολοσωμη καπαρντινα που απο μεσα της διακρινονταν μια παιδουλα (κρατωντας την αστυνομικη της ταυτοτητα που ελεγε οτι ειχε κλεισει τα δεκαοχτω και ηταν απολυτως νομιμη και συνενετικη η εμφανιση της σε ενα δραμα ερωτικου περιεχομενου οπως αυτο).
Αστραπιαια ο Ξυλοκοπος ξεριζωσε αθορυβα ενα πλατανο και τον φορεσε για να κρυφτει, ενω ο ηρωας μας μεταμορφωθηκε σε θαμνο με καταγαλανα, εκφραστικα ματια σαν αυτους τους θαμνους που βλεπεις συνηθως σε ντοκυμαντερ για την αγρια (αλλα την πολυ-πολυ αγρια) φυση, τοσο γαματος να τονε βλεπεις, να σταυροκοπιεσαι τρεις μερες, να λες "πω το μπουστη το θεο τη εφτιαξε παλι το ατομο;".

Ακινητοι και οι δυο να μη γινουν αντιληπτοι. 
Ποτε-ποτε στραβωνανε λιγο το στομα προς τα πισω να φυσηξουνε τα φυλλα τους, οτι και καλα τα φυσα ο ανεμος, να μην τους καταλαβει οτι και οι δυο ισιωνανε σωβρακο κατω απο την μεταμφιεση τους.

Η Κοκκινοσκουφιτσα εμεινε ετσι ακινητη για λιγα λεπτα να κοιτα αοριστα και να σκεφτεται. Χαμηλωσε λιγο το κεφαλι της με χαρη τοτε αρχισε η αλυσιδωτη αντιδραση που οδηγησε στον Ολεθρο...
Εβγαλε την κουκουλα και τα λυτα, σγουρα της μαλλια ξεχυθηκαν σαν μεταξωτοι κρικοι στους ωμους της. Το απογευματινο φως χαιδεψε απαλα τα λευκα της μαγουλα, κυλησε με χαρη πανω στα λεπτα της φρυδια, ξεκουραστηκε πανω στο λικνο των βλεφαριδων της, θαυμασε την μυτη της που ηταν ευθεια και μυτερη στην ακρη, θυμιζοντας ενα μισοβυθισμενο βελος. Λεπτα χειλη, αφιλητα ακομα με ενα σχεδον αδιακριτο χνουδακι να φυτρωνει αναμεσα στη μυτη και αυτα. Το φως ηταν ετοιμο να αναχωρησει μαγεμενο, εκσφενδονιζομενο να διασκορπισει παντου το βαθυ καστανο των ματιων της, οταν η κοκκινοσκουφιτσα ανοιξε τελειως την καπαρντινα της και μεσα απο το σεμνο ντεκολτε της φανηκε η επιδερμιδα πανω απο τα δυο στρογγυλα και στητα της στηθη.
Το Φως παραβιαζοντας 3-4 νομους του Αϊνσταην καμπυλωθηκε αποτομα εκστασιασμενο και εκανε βουτια θανατου πανω στα νεανικα της βυζια ουρλιαζοντας "ΤΖΕΡΟΝΥΜΟΟΟΟ ΜΑΝΤΑΦΑΚΑΖΖΖ!!!!" και διαλυθηκε σε μια λαμψη βυζοακτινων Γαμμα.

Ενας θαμνος αρχισε να κοπανιεται κι ενας μοναχικος πλατανος αρχισε να κανει κλιτς-κλιτς κλιτς-κλιτς.
Αστραπιαια και πριν προλαβει η Κοκκινοσκουφιτσα να πει "τι στο μπ...;;" ενας θαμνος ειχε καρφωθει πανω σ' ενα πλατανο και τον βαρουσε με μια γκλιτσα. 
Ο καημενος ο πλατανος, προσπαθουσε να αμυνθει σπαζοντας του ενα-ενα τα κοκκαλα.

(γρηγορο zoom-out)

..μια εκτυφλωτικη σφαιρα καταστροφης εξαπλωνοταν αστραπιαια κατασπαραζοντας διακοσιους γαλαξιες.

Οι δυναμεις του Χαους πατησαν παυση και αρχισαν να δοκιμαζουν αλλα σεναρια.

▶βγαινει η γιαγια και τους γαζωνει και τους δυο (καταστροφη, ξαναπαμε παλι)

▶βγαινει η Κοκκινοσκουφ...ιτσος (;;;;) αξαφνα και οι δυο γινονται gay (σκοτωμος, πυρηνικη καταστροφη)

▶βγαινει η Κοκκινοσκουφιτσα τραγουδωντας Μποφιλιου. Οι δυο ηρωες αυτοκτονουν τελετουργικα, ο ενας μασωντας τον τρικεφαλο του ενω η ιδια του η γενειαδα του δινει τη χαριστικη βολη στ' αυτια και ο αλλος καρφωνοντας τη κλιτσα στο κωλο του. Τα βασανισμενα πνευματα βγαινουν απ' τα κορμια τους, αντικριζουν ο ενας τον αλλον (ολεθρος, βιοχημικος πολεμος, παμε ξαν....)


ΣΤΟΟΟΟΟΠ
(παιδια, κατι δεν παει καλα με αυτα τα σεναρια. Πρεπει να γυρισουμε την ιστορια λιγο πιο πισω, ωστε οταν ξαναφτασουμε σε αυτο το σημειο να μπορεσουμε να προχωρησουμε αναιμακτα.)

Και ετσι τα πνευματα του Χαους, του Ολεθρου, της Εντροπιας και των Μνημονιων Μεχρι Να Σβησει ο Ηλιος, αποφασισαν να επεμβουν δραστικα στα παιδικα χρονια αυτων των δυο, για το καλο ολων μας.


..................................................

   Ηταν μια ηλιολουστη Κυριακη του Αυγουστου και ολα τα παιδια ειχαν βγει στη γειτονια για να παιξουν. Καπου, σε ενα υποστεγο ενας πιτσιρικας με υπερτροφικα μπρατσα χτυπουσε κατακορυφες καμψεις και εκανε κεφαλοκλειδωματα σε κατι βαρελια. Που και που σταματουσε να ξεκουρασει λιγο τα βαρελια. 
Καθοταν στο τσιμεντο ξυνοντας το πιγουνι του, με μια αισθηση οτι κατι του ελειπε.
 Μια φωνη απο μακρια ουρλιαζε "ΑΜΑ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΒΙΑΣΕΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΧΗΜΙΚΟ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΑΛΟΥΚΩΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΣΤΥΛΟ ΤΗΣ ΔΕΗ ΑΛΛΑ ΑΜΑ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΒΙΑΣΤΕΙ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΑ ΧΑΧΑΝΙΖΟΥΜΕ ΛΕΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΓΑΡΓΑΛΑΝΕ ΤΙΣ ΠΑΤΟΥΣΕΣ

ΨΟΦΟ"

Ο μικρος Χουλκ, δεν ηξερε ουτε τις μισες απο αυτες τις λεξεις, και ενα γρηγορο ερωτηματικο σχηματιστηκε στα ημισφαιρια του εγκεφαλου του. Μετα ομως απο λιγο επαψε να τον απασχολει. Ενταξει, σιγουρα η γραμματικη και το λεξιλογιο ειναι σημαντικα, αλλα οι γραμμωμενοι κοιλιακοι ειναι ακομα πιο σημαντικοτεροτεροι.
Και στο κατω-κατω γιατι φωναζει; 
Γιατι διαμαρτυρεται;

Το μικρο δεκαπενταχρονο μυαλουδακι του δεν μπορουσε να καταλαβει.
Συνηθως αυτοι που διαμαρτυρονται ειναι αυτοι που δεν ειναι τοσο δυνατοι οσο αυτος και δεν εχουν τα μπρατσα να δειρουν αυτον που τους εκλεψε το σαντουιτς. Και σιγουρα, να μην ξεχναμε οτι το σαντουιτς ειναι ο,τι πιο σημαντικο στον κοσμο.
Αυτα σκεφτοταν και του ανοιξε η ορεξη.
Ανοιγει λοιπον τη βαλιτσα και πιανει απο μεσα το σαντουιτσακι του με μπουτι βισωνα και αρχιζει να το καταβροχθησε σε δυο λεπτα δεν προλαβα ουτε χρονο ν' αλλαξω στο ρημα.             


To be continued
                                                                        

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ



   Ηταν ενα χλωμο παλικαρι, με επιδερμιδα λευκη σαν ξωτικου. Λεπτα χαρακτηριστικα στολιζαν το κορμι και ηταν αυτες οι μικρες λεπτομερειες στο προσωπο του (οταν καταδεχοταν να σηκωσει το βλεμμα του και αντικρυσει τη γυμνια και την ασχημια της Γης) που μαγευαν την Πλαση.
 Τοξωτα φρυδια που γεμιζαν στη μεση, εκει ακριβως που εκαναν γωνια, κανοντας τα να θυμιζουν δυο ορθανοιχτα φτερα αητου, με τεχνη φτιαγμενα, δωρα της Φυσης για να στεφανωνουν τα ματια του. Δεν τα ανασηκωνε ποτε, ομως η μορφη τους πανω στο προσωπο του ηταν μια εκδηλωση αμφισβητησης των παντων.
Σαν ενα γενετικο γιν-γιανγκ, ομως, ερχοταν τα συνεχως μισοκλειστα  βλεφαρα του να μετριασουν τη σιχαμαρα που εφτυναν τα φρυδια του.
Η οψη των ματιων του ηταν αρχαϊκη...πρωτογονη, αυτη ενος χλωμου, μοναχικου πολεμιστη που περπατουσε με το κεφαλι ελαφρα σκυφτο, κοιτωντας τον κοσμο διακριτικα, μεσα απο τις τριχες των φρυδιων του, κρυβοντας, οχι και τοσο διακριτικα ενα βλεμμα σαν κεντρι σκορπιου-εκδηλη προειδοποιηση να μεινουν ολοι μακρια του.

Πανω στους λεπτους του ωμους κρεμοταν παντα το μαυρο του αμπεχωνο και στην κορυφη ο λεπτος του λαιμος να μενει ακαλυπτος χειμωνα-καλοκαιρι.
Ειχε ξυρισει το πισω μερος των μαλλιων του, δηλαδη γυρω-γυρω και με τα χρονια η τσουλουφα του πανκη μαζευτηκε με πιαστρακι και εγινε κοτσος κυριλε μαχητη των δρομων, σαν αυτα που εχουνε τα καγκουρια λιγο πριν το σαξοραλο καρφωθει με αγαπη και ορμη πανω σε κολωνα της εθνικης (ανταλλακτικα κατεστραμενων σαξοραλων βρισκουνε το πρωι κατι αγουροξυπνημενοι μεταμοντερνοι χιπστερ και με αλυσιδιτσα τα περνανε στο λαιμο τους για να λανσαρουνε νεο κατσικοουρμπαν-λουκ να γελαμε εμεις οι κανονικοι ανθρωποι αχαχαχαχχχαα σε καλο μου παλι, ευθυμησαμε και σημερα!!!).

;)


Ομως, εδω και λιγες μερες ολα ειχαν αλλαξει.
Ο ερχομος αυτης της κοπελιτσας στο ταραγμενο μυαλο του ηρωα μας αρχισε σιγα-σιγα να τον επηρρεαζει.
Δεν ηταν μονο οτι πηγαινε στα ΤΕΙ και κρυβοταν στις αιθουσες και τα εργαστηρια για να την παρακολ...για να βλεπει στα κρυφα τι κανει ΚΑΙ ΟΧΙ γιατι ηταν κανας ψυχανωμαλος παιδεραστης (ρε μαλακες τι θα γινει ναπουμε; Χιλιες φορες το 'χω επαναλαβει οτι η Κοκκινοσκουφιτσα ειχε κλεισει τα 18 και ο ηρωας μας ηθελε συνενετικο σεξ, οποτε βασει Ποινικου Κωδικα του Νομου στο Κεφαλαιο 154, αρθρα 144 εως 146 μπλαμπλαμπλα...νααιιιεε....οκ...ναι, λεει να πατε να γαμηθειτε.)

Η ζωη του μεταβαλλονταν μερα με τη μερα: 
ενα βραδυ κοιμηθηκε χωρις αμπεχωνο και χωρις τη ζεστη παρεα της κλιτσας του. 
Ενα πρωι ηπιε καταλαθος πρασινο τσαϊ στη καφετερια και δεν αναποδογυρισε ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙ (παρενθεση με πολλα θαυμαστικα). 
Προχθες ειχε χαθει σε ενα στενο και ρωτησε διερχομενο μπατσο απο που να παει, χωρις να τον σωριασει χαμω ημιλιποθυμο.
Εχθες εβλεπε βιντεακια για το Χαος και τον Ψοφο στο γιουτουμπ λοιπον, οποτε καπου στη μεση εβαλε διαφημιση χαλβα, με εναν χαλβαδοπαραγωγο και τον χαλβα τον Λαζαρου

                                 ...........και δεν πατησε "skip add".

   Το εβλεπε και ο ιδιος στον εαυτο του οτι αλλαζε και αφηνε τον εαυτο του να παρασυρθει αργα, αλλα σταθερα, οδευοντας γλυκα προς τη γλυστερη πεπονοφλουδα του ερωτα, αυτη που ξαφνιαζεσαι οταν την πατας καταλαθος, μετα βρισκεσαι για λιγο στον αερα να πετας μη γνωριζοντας τι σου συμβαινει και μετα προσγειωνεσαι με τη πλατη στο πεζοδρομιο να βαστας τα παϊδια σου απο τον πονο και να γκαριζεις σα παραπονιαρικο γαϊδουρι το Μαη.

   ...φυσικα και ειχε δει την Κοκκινοσκουφιτσα να πηγαινει με το καλαθι στη γιαγια.
Οι αρχεγονες αισθησεις του δουλευαν αφηνιασμενες, καταδιωκοντας και το παραμικρο μοριο αρωματος του κορμιου της.
Σε καθε στενο, σε καθε καμαρα, πανω στα φυλλα της τσουκνιδας (πολυ ξυσιμο παιδια προχθες, αστα...).

Τωρα φορουσε και μαυρα γιαλια το πρωι να μην καρφωνεται, που ειχε να φορεσει μαυρα γυαλια απο το δημοτικο, παλια στο χωριο στη Γκιωνα που τα ειχε φερει ενας πραματευτης, αλλα επειδη ειχε φαει πολλες σαβουρες στα βραχια κυνηγωντας τα αρνια, τα πεταξε σε μια γωνια και ορκιστηκε να μην ξαναπιασει.
Να ομως που η πουτανα η Τυχη και λιγο σπρωξιμο απο το Κερασφορο Κοπαδι που λεγεται Ανασφαλειες, ο ηρωας μας μετατραπηκε απο λυκος πολεως σε κοκερ σπανιελ του σεβντα...με μαυρα γυαλια.
...προσπαθησε βεβαια να τα φορεσει και το βραδυ, με τραγελαφικα αποτελεσματα, βγαλμενα κατευθειαν απο τις παιδικες του αναμνησεις στο χωριο.

Την ακολουθουσε αορατος τα απογευματα, μαθημενος απο τη ζωη στο βουνο, να περπαταει σαν γατα και να στηνει τα αυτια του εξω απο το μικρο αγροτοσπιτο να ακουσει τι λενε οι δυο γυναικες.
Καμουφλαρισμενος πισω απο τους θαμνους να τον καλυπτει απαλα το σκοταδι. 
Ακουγε. 
Αλλοτε συμφωνουσε με τη γιαγια, αλλοτε με την εγγονη, αλλα συνηθως εβριζε απο μεσα του που ερωτευτηκε ενα τοσο αποπροσανατολισμενο γιδι οπως αυτη τη κνιτισσα που αμα της ελεγε για μολοτωφ θα νομιζε πως ηταν καμια διακυρηξη του Λενιν ή καποια μακρινη επαρχια της Σοβιετιας που πινουν βοτκα ολη μερα και τραγουδανε υμνους στην Περεστροϊκα.

...και αυτη η γιαγια...
Πως διαολο γινοταν τρακοσιω χρονω μουμια με πολλαπλο Αλτζχαϊμερ και Καταρραχτη μεχρι το λαιμο και τον επαιρνε καθε φορα χαμπαρι;;
...και ειχε και αυτη τη γαμημενη καραμπινα.
Διαολε, πονουσε η καραμπινα.
Καθε βραδυ εβγαζε ενα-ενα τα σκαγια απο τον κωλο του ιδρωκοπωντας και σκουζοντας σαν σφαχταρι.
Τις προαλλες μαλλον της ειχαν τελειωσει τα σκαγια και ηταν κι αυτος λιγο κουρασμενος και λαγοκοιμοταν πισω απο κατι πουρναρια και τον πλησιαζε απειλητικα με μια αλλη κοντοκαννη καραμπινα που την ειχε γεμισει με χοντρο αλατι. Τελευταια στιγμη την πηρε χαμπαρι και ορμησε να ξεφυγει και τον πηραν τα θραυσματα λιγο στο αριστερο αρχιδι ενω ετρεχε.

"ΑΑΑΑΑΑΧΧΧ ΠΑΛΙΟΠΟΥΣΤΑΡΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ ΘΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ ΤΟ ΠΑΠΑΡΙ ΤΑΣΚΕΜΠΑΜΠ ΝΑ ΣΤΟ ΔΩΣΩ ΝΑ ΤΟ ΦΑΣ ΜΕ ΓΙΑΟΥΡΤΛΟΥ ΓΑΜΙΟΛΗΗΗΗηηηηηηηηηηηηηη" ουρλιαξε πισω του σαν Ερινυα.

Το ενστικτο αυτοσυντηρισης και το γεγονος οτι δεν ηθελε να γινει ρομπα στην Κοκκινοσκουφιτσα που δεν ηταν και πολυ μακρια τον εκαναν να τρεχει αθορυβα αναμεσα στα δεντρα και να κρατιεται να μην μουγγρισει απο τον καυτο πονο στο αριστερο του μπαλακι.
Μονο οταν εφτασε σπιτι και απλωσε τα ταλαιπωρημενα του παπαρια μεσα σε μια λεκανη ζεστου νερου, καταφερε να ηρεμησει.

Καμια φορα βεβαια, η Κοκκινοσκουφιτσα ακουγε απο μακρια μερικους πυροβολισμους, αλλα πιο πολυ φοβοταν για τον κλεφτη που θα εκανε το λαθος να παει να κλεψει το σπιτι της γιαγιας. Ομως ηταν σχεδον σιγουρη -επειδη οι πυροβολισμοι ηταν συνηθως δυο-τρεις μαζι- οτι μαλλον προκειται για κανενα κουναβι ή καποιο αλλο πραγματικα πολυ ατυχο ζωο.
Αν ηξερε βεβαια ο ανατρεπτικος μας Τριστανος οτι η προλεταριακη του Ιζολδη τον νομιζε για κουναβι, τοτε θα την ειχε χωρισει δεκα φορες στο μυαλο του και θα γυριζε πισω στο βουνο να αρμεγει γιδες και να πηζει μυτζιθρες.

  Σε μια αλλη γωνια της πολης, η ωρα ηταν καταλληλη για εναν υπερμεγεθη φωτογραφο να παρει την μηχανη του και να κινησει για ενα απομακρο μερος που οι φημες λενε πως κυκλοφορει μια μισοτρελη γιαγια με καραμπινα.
Η Γενειαδα του τιναξε απο πανω της κατι ψιχουλα απο μια μισοφαγωμενη γκοφρετα πρωτεϊνης και χαϊδεψε απαλα τους κοιλιακους της, ριχνοντας και ενα ρουφηχτο φιλι στα γραμμωμενα της δικεφαλα. Επειτα καθισε απαλα πανω στο τουμπανιασμενο του στηθος και απολαυσε τη βολτα στα προαστια.

  Η ωρα οχτω και μιση και ο καλοκαιρινος ηλιος ηδη αρχισε το ταξιδι του πισω απο τα αγερωχα βουνα.
Ηταν η πιο ομορφη ωρα. Τοτε που το φως πεφτει πανω σε τυχαια αντικειμενα υπο την καλυτερη γωνια, εξασφαλιζοντας μια τελεια ληψη, ενα νεο αριστουργημα, μια νεα ιστορια.
Αναμεσα στους θαμνους ενα μισολιωμενο προφυλακτικο υποσχοταν πολλες δεσμιδες φραγκα ηλιθιων πλουσιων στη νεα του κολλεξιον. Το φως ομως δεν επεφτε σωστα και οσες κυκλες κι αν εφερε δεν γινοταν τιποτα.
Αλειψε γρηγορα τους τετρακεφαλους με μπεϊμπυ-οϊλ και χτυπωντας μια ηλιαχτιδα στην καρωτιδα την εστειλε μισολιποθυμη να φωτισει σωστα τη μισολιωμενη καποτα.

Βουαλα!!!!
Κλιτς-κλιτς
Κλιτς-κλιτς
Κλιτς-κλιτς

Τέλεια!!!

Περπατουσε αθορυβα να μην ενοχλησει την γιαγιουλα και βγει απ' το σπιτι με την καραμπινα.
Η Τεχνη ειναι σημαντικη, αλλα οι ραχαιοι που δεν ειναι τρυπιοι απο τα σκαγια ειναι ακομα πιο σημαντικοι.
Σκουπισε γρηγορα τα λαδια απο το μπουτι του για να μην τον δει κανεις και συνεχισε προσεκτικα να προκαλει την τυχη του.

Απειχαν μολις πεντε μετρα ο ενας απο τον αλλο, αλλα απορροφημενοι οπως ηταν και οι δυο με τις εμμονες τους δεν ενιωσαν ο ενας την παρουσια του αλλου.

Αααα μια παρατημενη κλιτσα!!!! (κλιτς-κλις)
Χρρρμαχχχμμμμγκρρρρρρ           (γκρρρρρρρ)
Η Παλη των Ταξεων                   (λαλαλατραλαλα)
Πιο κουμμουνι πεθαινεις           (ηχος μασελας)              

   
                               ....αν....



To be continued